νεκρός


νεκρός
νεκρός, ά, όν мертвый; сущ. труп (ср. некрополь; некромантия - вызывание душ умерших ради гадания)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "νεκρός" в других словарях:

  • νεκρός — corpse masc nom sg νεκρός corpse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρός — ή, ό мертвый; ΦΡ. ανάσταση νεκρών η воскрешение мертвых Этим. дргр. < νέκ υς «мертвый, умерший» < инд. nek «смерть, мертвый» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • νεκρός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ νεκρός, ά, όν) 1. αυτός που στερήθηκε τη ζωή, πεθαμένος («χελώνην ποὺ νεκρὰν εὑρών», Λουκιαν.) 2. αυτός που δεν έχει ζωτικότητα ή κίνηση, αδύνατος, άτονος, αδρανής (α. «να σέ σφίξω απεθυμάω, μα το χέρι είναι νεκρό», Σολωμ. β …   Dictionary of Greek

  • νεκρός — ή, ό 1. πεθαμένος: ...Σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι την τιμή, όταν είναι νεκρές (Σολωμός). 2. μτφ., αυτός που δεν έχει ζωτικότητα, κίνηση: Γιατί κανείς πριν πέσει χάμω, νεκρός, σωστό το μέτρο του να δείξει δεν μπορεί (Γ. Βλαχογιάννης). 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νεκρός — [нэкрос] εκ. мертвый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἔμψυχος νεκρός. — См. Заживо умереть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • νεκρά — νεκρός corpse neut nom/voc/acc pl νεκρά̱ , νεκρός corpse fem nom/voc/acc dual νεκρά̱ , νεκρός corpse fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρῶν — νεκρός corpse fem gen pl νεκρός corpse masc/neut gen pl νεκρός corpse masc gen pl νεκρόω make dead pres part act masc voc sg (doric aeolic) νεκρόω make dead pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) νεκρόω make dead pres part act masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρόν — νεκρός corpse masc acc sg νεκρός corpse neut nom/voc/acc sg νεκρός corpse masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρότερον — νεκρός corpse adverbial comp νεκρός corpse masc acc comp sg νεκρός corpse neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκροῖν — νεκρός corpse masc/neut gen/dat dual νεκρός corpse masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)